«Το Κέλυφος» της Κωνσταντίας Σωτηρίου από τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου: κριτική της Δέσποινας Πυρκεττή

«Το Κέλυφος» της Κωνσταντίας Σωτηρίου γράφτηκε μετά από ανάθεση του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου, κι αυτό από μόνο του το καθιστά σημαίνουσα στιγμή στα σύγχρονα θεατρικά δρώμενα της Κύπρου. Εντάσσεται στην ευρύτερη θεματική ενότητα «Ο Άλλος» που επέλεξε ο ΘΟΚ για τη σεζόν 2018-2019. Το κείμενο διαμορφώθηκε με τη συνεργασία του Ανδρέα Αραούζου, που επίσης σκηνοθετεί την παράσταση, σε σκηνικά-κοστούμια Έλενας Κατσούρη, μουσική Γιώργου Κολιά και σχεδιασμό φωτισμών Σταύρου Τάρταρη. Παίζουν οι Φώτης Αποστολίδης, Βαρνάβας Κυριαζής, Υρώ Μανέ, Παναγιώτα Παπαγεωργίου και Ανδρέας Τσέλεπος.

32368402_322115998321031_3258072623497609216_n.jpg

Το έργο πραγματεύεται το ακανθώδες θέμα της αποξένωσης των ανθρώπων που πάσχουν από Αλτσχάιμερ, μέσα από τον αντίκτυπο που έχει η νόσος στον άμεσο περίγυρό τους. Η συγγραφέας καλώς επέλεξε να μην τοποθετήσει στη σκηνή τον ίδιο τον άρρωστο, αλλά να επικεντρωθεί στα πλοκάμια που, ακούσια και ασυνείδητα, απλώνει πάνω στους δικούς του ανθρώπους, στη γυναίκα και τα παιδιά του. Αντιλαμβάνομαι τη χρησιμότητα της μεταμοντέρνας υποβάθμισης του θεατρικού κειμένου για την υπέρβαση των συμβατικών παραστασιακών ορίων. Εντούτοις, αφού τα σημειακά συστήματα της συγκεκριμένης παράστασης υποτάσσονται σε ρεαλιστική γραμμή, τότε το κείμενο θα αποτελέσει το επίκεντρο αυτού του κριτικού σημειώματος.

Η απώλεια του εαυτού, η έκθεση της αδυναμίας του ανθρώπου μπροστά στον διανοητικό εκφυλισμό αποδίδεται εύστοχα με τον τίτλο του έργου. Παρόλα αυτά, το κείμενο της Κ. Σωτηρίου δεν καταφέρνει να αναδείξει τη δυσφορία αυτής της νοσηρής σύμμειξης παρουσίας και απουσίας. Συχνά κάνει χρήση τετριμμένων φράσεων (π.χ. «Πρέπει να βρω τον εαυτό μου» και «Αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα») που, αν είχαν διάθεση αυτοπαρωδίας, ενδεχομένως να υποστήριζαν τη σύγχυση των χαρακτήρων απέναντι στη μετάλλαξη του προσφιλούς τους προσώπου. Εδώ, όμως, συνδυάζονται με γνώριμα κοινωνικά μοτίβα, όπως το ξενοφοβικό υπόβαθρο (αποκλείεται η πρόσληψη ξένης οικιακής βοηθού για να παραστέκει τον άρρωστο), ο ομοφυλόφιλος γιος που αγωνιά αν ο πατέρας του τον αγάπησε ποτέ, η κόρη που αντιμετωπίζει προβλήματα στον γάμο της αλλά θέλει και δεύτερο παιδί, για να αντικατοπτρίσουν τις στάσεις και περιστάσεις μιας συνηθισμένης αστικής οικογένειας. Οι διάλογοι ανάμεσα στη μάνα και τα παιδιά της, αλλά και ανάμεσα στα αδέλφια, κινούνται γύρω από τον ίδιο άξονα για όλη τη διάρκεια της παράστασης, με εξαίρεση ορισμένες ελεγχόμενες ενστάσεις, π.χ. όταν η μάνα αποδέχεται την πρόσκληση οικογενειακού φίλου να «αποδράσουν» για διακοπές στην Κρήτη. Το συγκεκριμένο εύρημα ενέχει μια ισχυρή ηθική πτυχή, που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί προκειμένου να αναδείξει τη διπλή διάσταση της γυναίκας ως μητρικής και ερωτικής φιγούρας και, κυρίως, τη ρήξη που θα προκαλούσε μια τόσο τολμηρή απόφαση στις διαπροσωπικές σχέσεις των χαρακτήρων.

Λίγο μετά την επιστροφή του ζεύγους από την Κρήτη, ο άρρωστος πεθαίνει, και ο θάνατός του δίνει το έναυσμα για μια θρηνητική διεργασία που μόνο ατελώς προοικονομήθηκε. Ο εραστής απομακρύνεται, η οικογένεια επανέρχεται γύρω από το τραπέζι με γιορτινή διάθεση και, στο κλείσιμο, η γυναίκα φοράει το παλτό του νεκρού συζύγου σε μια συμβολική χειρονομία ένωσης με το κενό, το «κέλυφος».

Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι το κείμενο της Κ. Σωτηρίου συγκίνησε. Ακόμη και η καταιγιστική εκφορά του λόγου της Υρώς Μανέ, ανοίκεια στην κυπριακή σκηνή, κατάφερνε σε καίρια σημεία να εκπέμψει τον λυγμό της γυναίκας που πασκίζει, μέσα σε ένα φθοροποιό περιβάλλον, να κρατηθεί στη ζωή, σε μια κατ’ ευφημισμό «ώριμη νιότη». Ωστόσο, η παράσταση δεν αποφεύγει τη μελοδραματική ροπή. Αυτή, κατά τη γνώμη μου, είναι και η μεγαλύτερη αδυναμία της, μαζί με την έλλειψη φαντασίας.

Η νόσος Αλτσχάιμερ διαθέτει εκ των πραγμάτων μια εξωλογική υφή: ο βίαιος διαχωρισμός νου και σώματος καθιστά τον άρρωστο ωσεί παρόντα. Αν, ενδεχομένως, ένας από τους επί σκηνής χαρακτήρες αποδεικνυόταν αποκύημα της φαντασίας μιας γυναίκας αιχμάλωτης του πάσχοντος άντρα της, τότε ίσως το έργο να επέτρεπε μια ενδιαφέρουσα διυποκειμενική πρόσβαση στην κοινωνική πραγματικότητα που επιχειρεί να περιγράψει. Η απώλεια της μνήμης, η αδυναμία αναγνώρισης αγαπημένων προσώπων είναι από τις πλέον συγκλονιστικές παραμέτρους της νόσου, και είναι μάλιστα τόσο ισχυρή, που αντηχεί πιο εύγλωττα στις παύσεις, στα διάκενα των διαλόγων. Η σκηνοθεσία δεν αξιοποίησε το αντίθετο του λόγου, παρά μόνο στο κλείσιμο.

Δυσάρεστη εντύπωση προκαλεί η ομοιότητα του σκηνικού με τις «Φυλές», έργο που παραστάθηκε πρόσφατα στην ίδια σκηνή, με επίκεντρο ένα ορθογώνιο τραπέζι και τα παραφερνάλιά του. Στο «Κέλυφος», η σκηνοθετική επιλογή της περιφοράς του τραπεζιού σε τακτά χρονικά διαστήματα παραπέμπει στους δείκτες του ρολογιού ή σε φαύλο κύκλο που συντηρεί την σχεδόν τελετουργική επανάληψη λόγων και πράξεων χωρίς ποτέ να διαρρηγνύεται. Το παραστασιακό κείμενο τοποθετείται εικαστικά σε ένα περιβάλλον λευκής ευταξίας για να θίξει τα συλλογικά τρωτά, προσωπικές αδυναμίες και ανασφάλειες: τα θίγει, αλλά δεν επιχειρεί να τα αντιστρέψει ή έστω να τα υπονομεύσει. Περιορίζεται στα πλαίσια της νενομισμένης ακριβολογίας και χάνει τη δυνητική ορμή της αμφισημίας. Το τραπέζι στρώνεται καθώς πρέπει, παραδίδονται τα τελευταία δώρα του πατέρα προς τα παιδιά, και τίποτα δεν μένει ακατάστατο.

Ξεχωρίζω τη δηκτική ερμηνεία του Φώτη Αποστολίδη στον (μικρό) ρόλο του γαμπρού, που εμφανίζεται με αξιώσεις στην πρώτη σκηνή ως κυνικό αντίβαρο στην αμηχανία της οικογένειας. Εντούτοις, μετά τον θάνατο του πατέρα, ο συγκεκριμένος χαρακτήρας επιστρέφει, παραδόξως, ήπια συμπαθής, έχοντας απεμπολήσει τη δυναμική του «υπερεγώ», της τιμωρητικής συνείδησης που θα μπορούσε να αναδείξει πιο ανάγλυφα την εσωτερική μάχη των υπολοίπων. Η αποκατάσταση της τάξης, μετά την εξαφάνιση του αρρώστου, παριστάνεται χωρίς ιδιαίτερες εκκρεμότητες.

 

Δέσποινα Πυρκεττή

Φοιτήτρια του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Θεατρικές Σπουδές του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου

Advertisements

«Φυλές» της Νίνα Ρέιν από τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου: κριτική της Αθηνάς Βιολάρη

Γιατί πάντα οι άνθρωποι θέλουν να αλλάξουν τους άλλους;

Η κωφότητα, κυριολεκτική και μεταφορική, η έλλειψη επικοινωνίας και το δικαίωμα να ανήκεις εκεί όπου επιλέγεις είναι τα κεντρικά θέματα του έργου Φυλές της Νίνα Ρέιν (μετάφραση: Έρι Κύργια), το οποίο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην ελληνική γλώσσα από τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου.

ImageStream.aspx

Καθισμένα γύρω από το οικογενειακό τραπέζι, όσο κι αν προσπαθούν, τα πρόσωπα του έργου αδυνατούν να επικοινωνήσουν, ακόμα και για τα πιο απλά πράγματα. Ο πατέρας ακαδημαϊκός και μόνιμα θυμωμένος· η μητέρα συγγραφέας· ο γιος προσπαθεί να ολοκληρώσει τη διατριβή του· η κόρη ματαίως προσπαθεί να αναδειχθεί σε επιτυχημένη τραγουδίστρια της όπερας. Και στην άκρη του τραπεζιού το τρίτο παιδί, ο Μπίλι, εκ γενετής κωφός αλλά ενταγμένος στον κόσμο των ακουόντων, αφού οι γονείς του τον έχουν μεγαλώσει «φυσιολογικά», πιστεύοντας πως έτσι μειώνουν τις συνέπειες της ιδιαιτερότητάς του. Ο Μπίλι προσπαθεί με το διάβασμα των χειλιών να κατανοήσει τις διαφωνίες, τους καβγάδες αλλά κυρίως τις αλήθειες των γύρω του. Όλα αλλάζουν, όταν γνωρίζει τη Σύλβια, κόρη κωφών, η οποία χάνει σταδιακά την ακοή της. Του διδάσκει τη νοηματική γλώσσα, αλλά κυρίως του διδάσκει πως είναι να επικοινωνείς ουσιαστικά με βάση τις δικές σου ικανότητες και τις δικές σου ιδιαιτερότητες. Ο Μπίλι κάνει, λοιπόν, την επανάστασή του και αποφασίζει ότι δεν θα ξαναμιλήσει. Το δηλώνει η Σύλβια στους δικούς του:

«Ο Μπίλι λέει ότι αποφάσισε να σταματήσει να σας μιλάει. Θεωρεί ότι πρέπει όλοι να μάθετε νοηματική. Λέει … πέρασε τη ζωή του προσπαθώντας να σας καταλάβει και τώρα θεωρεί ότι πρέπει εσείς να προσπαθήσετε να καταλάβετε εκείνον».

Και έτσι αντιστρέφονται οι ρόλοι. Η οικογένειά του είναι αυτή που αποκόπτεται από κάθε επικοινωνία μαζί του. Και εδώ αναδεικνύεται το χάος που επικρατεί ανάμεσα στους ανθρώπους. Ούτε η αγάπη, η οποία θεωρείται δεδομένη ανάμεσα στα μέλη μιας οικογένειας, είναι ικανή να γεφυρώσει αυτό το χάος.

Η νεαρή σκηνοθέτις Αθηνά Κάσιου, έχοντας στο πλευρό της έξι εξαιρετικούς ηθοποιούς και στα χέρια της το πολυβραβευμένο κείμενο της Νίνα Ρέιν, επεξεργάζεται την έλλειψη επικοινωνίας ανάμεσα στους ακούοντες, που, παρότι μιλούν και ακούν την ίδια γλώσσα, δεν κατανοούν ο ένας τον άλλον, αλλά κυρίως εστιάζει στο ευαίσθητο θέμα της κοινωνικής ένταξης των κωφών.

Υπέροχες ερμηνείες σε απαιτητικούς ρόλους. Ο Σπύρος Σταυρινίδης καταφέρνει αβίαστα, με το αναμφίβολο ταλέντο του, να αποδώσει τον ρόλο του είρωνα και κυνικού πατέρα, ο οποίος κατακρίνει και σαρκάζει τα πάντα, ακόμα και την οικογένειά του. Η Δήμητρα Δημητριάδου, απόλυτα πειστική στην προσπάθειά της να γεφυρώσει τις διαφορές ανάμεσα στα μέλη της οικογένειάς της, χωρίς να εγκαταλείπει τις επαγγελματικές φιλοδοξίες της. Η Νιόβη Χαραλάμπους, χαρισματική ηθοποιός, δίνει άλλοτε με παιδικότητα και άλλοτε με ωριμότητα την εικόνα της κόρης που μόνο στόχο έχει την προσωπική της αναγνώριση, ακόμα και από τους γονείς της. Ο Μάριος Κωνσταντίνου, έστω και με κάποιες ερμηνευτικές υπερβολές σε μερικά σημεία, είναι πειστικός στον ρόλο του αδελφού, που πασχίζει να υπερασπιστεί τα δικαιώματα του κωφού αδελφού του, αλλά κυρίως τα δικά του δικαιώματα που καταπιέζονται μέσα σε μια οικογένεια εγκλωβισμένη στον δικό της μικρόκοσμο. Η Αντωνία Χαραλάμπους συγκινεί με την εκπληκτική και ρεαλιστική ερμηνεία ενός κοριτσιού που μεταβαίνει σιγά σιγά από τον κόσμο των ακουόντων στον κόσμο των κωφών. Ο νεαρός ηθοποιός Λάμπρος Κωνσταντέας είναι η αποκάλυψη της παράστασης. Αξιοθαύμαστος ο χειρισμός της νοηματικής αλλά και ο τρόπος με τον οποίο προφέρει τα λόγια του, χωρίς εντάσεις, σε χαμηλούς τόνους και χωρίς σωστή άρθρωση—ακριβώς όπως θα έκανε οποιοσδήποτε, ο οποίος μιλά χωρίς να ακούει. Ήταν στιγμές που το έκανε τόσο πειστικά, ώστε χρειαζόταν να συμβουλεύομαι τους αγγλικούς υπέρτιτλους, για να κατανοήσω ακριβώς τι έλεγε.

Ευρηματική και η σκηνοθετική πρόταση. Χωρίς την ύπαρξη κατασκευασμένης σκηνής, οι ηθοποιοί χρησιμοποιούσαν το δάπεδο σε ολόκληρο τον κεντρικό χώρο και τους πλαϊνούς χώρους του θεάτρου, ενώ οι θεατές κάθονταν στις δύο πλευρές του θεάτρου. Αυτό έδινε τη δυνατότητα στους θεατές να αισθάνονται πιο κοντά στην κίνηση και τη δράση, παρόλο που κάποιες στιγμές τους υποχρέωνε να βλέπουν μόνο την πλάτη των ηθοποιών.

Η Αθηνά Κάσιου, με τη σκηνοθετική και ερμηνευτική προσέγγιση, κατάφερε να συγκινήσει τους θεατές. Η εναλλαγή του δραματικού στοιχείου με το κωμικό, η ανατροπή της δράσης, αλλά κυρίως η γροθιά στο στομάχι με τα απανωτά μηνύματα του κοινωνικού αποκλεισμού και της κοινωνικής ένταξης, με οδήγησαν στο τέλος να φύγω με έναν προβληματισμό και μια αλήθεια να στριφογυρίζει μέσα μου: πως οι λέξεις δεν είναι ο μόνος τρόπος να εκφράσεις τα συναισθήματα και τις σκέψεις σου.

Πιστεύω πως είναι μια παράσταση που αξίζει τον κόπο να παρακολουθήσουν οι συμφοιτητές και συμφοιτήτριές μου που βρίσκονται στην Κύπρο. Απομένουν μερικές ακόμα παραστάσεις στην Λευκωσία.

Τέλος, να επισημάνω το οξύμωρο που μου άφησε μια πικρή αίσθηση. Απέναντί μας βλέπαμε αγγλικούς και τουρκικούς υπέρτιτλους, προφανώς για να δοθεί η δυνατότητα και σε άλλους, εκτός από τους ελληνόφωνους, να παρακολουθήσουν την παράσταση. Έλειπαν οι ελληνικοί υπέρτιτλοι για να μπορέσουν να το παρακολουθήσουν οι ίδιοι οι κωφοί, αυτοί τους οποίους, στο κάτω κάτω, αφορούσε το έργο.

Αθηνά Βιολάρη

Φοιτήτρια του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Θεατρικές Σπουδές του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου